Γλυκό μου παιδί,
καταλαβαίνω τὴν ἀπορία σου. Νὰ ἤξερες, μάλιστα, πόσες φορὲς τὴν ἔχω ἀκούσει! Ὄμως εἶναι ἐξ ἀρχῆς λάθος διατυπωμένη: Δὲν υπάρχουν ἀρχαῖα ἑλληνικά!
Ὑπάρχει μία ἐνιαία ἑλληνικὴ γλῶσσα. Μπορεῖ οἱ φιλόλογοι νὰ τὴν διαίρεσαν σὲ διάφορες μορφὲς γιὰ νὰ τὴν μελετοῦν εὐκολότερα (νέα ἑλληνική, καθαρεύουσα, ἐκκλησιαστική, δημώδης, ἀρχαία κλπ), ἀλλὰ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα παραμένει μία. Μιὰ ὑπεροχη δασκάλα ποὺ εἶχα πρὶν πολλὰ χρόνια, ἡ Ἄννα Τζιροπούλου Εὐσταθίου, μοῦ δίδαξε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι σὰν μία γυναῖκα. Αὐτὴ ἡ γυναῖκα ἄλλοτε φορᾷ ἐπίσημο φόρεμα κι ὄμορφα κοσμήματα γιὰ νὰ πάει σὲ δεξίωση κι ἄλλοτε φοράει φόρμες γιὰ νὰ κατέβει στὴν ἀγορά. Εἷναι, ὄμως, πάντα ἡ ἴδια γυναῖκα. Καὶ γιὰ νὰ τὴν γνωρίσεις πρέπει νὰ τὴν ξέρεις μὲ ὅλες τὶς ἐμφανίσεις της σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις.
Ἔτσι καὶ ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα. Ὅλες οἱ μορφές της εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Καὶ ἡ ἀρχαία μορφὴ τῆς γλώσσας μας εἶναι ἡ παλαιότερη καὶ ἡ πλουσιότερη‧ εἶναι ἡ μαμὰ ποὺ γέννησε τὰ παιδάκια της, δηλαδὴ τὶς ἄλλες μορφὲς τῆς γλώσσας. Καὶ πῶς μποροῦν νὰ ζήσουν τὰ παιδάκια χωρὶς τὴν μαμά τους; Ἡ γλῶσσα μας εἶναι ἕνα μεγάλο, καταπράσινο καὶ φουντωτὸ δένδρο. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ εἶναι οἱ ῥίζες τοῦ δένδρου, ἐνῶ οἱ ἄλλες μορφὲς τῆς γλώσσας εἶναι τὰ κλαδιά, τὰ φύλλα, τὰ ἄνθη. Μπορεῖ νὰ ζήσει ἕνα δένδρο χωρὶς ῥίζες;
Δὲν μπορεῖς νὰ καταλαβαίνεις καὶ νὰ χρησιμοποιεῖς σωστὰ τὴν νέα ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἐὰν δὲν γνωρίζεις τὴν ἀρχαία ἑλληνική. Τὸ λεξιλόγιο, οἱ γραμματικὲς καὶ οἱ συντακτικὲς δομὲς τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας εἶναι ἀτελεῖς μὲ ἐλλιπεῖς κανόνες. Μόνο μὲ τὴν γνώση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς μπορεῖ νὰ λειτουργήσει σωστὰ ἡ νεοελληνική. Νὰ σοῦ δώσω παραδείγματα;
Λές: ἡ θάλασσα- τῶν θαλασσῶν, ἀλλὰ ἡ ἐφημερίδα- τῶν ἐφημερίδων. Γιατὶ δὲν λὲς τῶν ἐφημεριδῶν; Καὶ τί εἶναι σωστό: ἡ πεταλούδα- τῶν πεταλούδων ἤ τῶν πεταλουδῶν; Γιατί; Κι ἐδῶ, ποιό εἶναι τὸ σωστό; Οἱ ἄνθρωποι ἤ οἱ ἀνθρώποι; Γιατί;
Καὶ γιὰ νὰ δοῦμε: Λές: Ὁ στρατὸς κάνει παρέλαση. Μπορεῖς νὰ τὸ πεῖς μὲ μιὰ λέξη, δηλαδὴ παρελαύνει; Καὶ χθὲς τί ἔκανε; Μπορεῖς νὰ πεῖς, παρήλασε; Τὸ ἡφαίστειο κάνει ἔκρηξη, δηλαδή; Ἐκρήγνυται. Καὶ χθές; Ἐξερράγη! Μπορεῖς νὰ βρεῖς στὴν καθημερινότητά σου τοὺς κατάλληλους τύπους, ὥστε νὰ γράψεις καὶ νὰ μιλήσεις σωστά; Οἱ ἀπαντήσεις γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα ποὺ συναντᾶς στὸν καθημερινό σου λόγο βρίσκονται στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα.
Ἀκόμη καὶ τὸ νόημα τῶν σύγχρονων λέξεων μπορεῖς νὰ τὸ καταλάβεις καλλίτερα καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια, ὅταν γνωρίζεις τὴν ἀρχαία ἑλληνική. Ἀς ποῦμε, γνωρίζεις, ὅτι οἱ ὠτασπίδες εἶναι οἱ ἀσπίδες γιὰ τὰ αὐτάκια σου, ἐπειδὴ ὦτα σημαίνει αὐτιά; Κι ὅταν ζητᾶς ἐπιδόρπιο (ἐπὶ +δόρπον), θέλεις νὰ φᾶς κάτι μετὰ τὸ κυρίως γεῦμα; (τὸ δόρπον= γεῦμα ἤ δεῖπνον). Κι ὅταν ἐπισκέπτεσαι τὸ μουσεῖο, γνωρίζεις ὅτι πηγαίνεις σὲ ἕναν χῶρο ποὺ τὸν προστατεύουν οἱ Μοῦσες;
Χρησιμοποιεῖς ὅλες τὶς ἀρχαῖες λεξοῦλες κι ἁς μὴν τὸ καταλαβαίνεις. Ἄλλες λέξεις τὶς λές ὁλόιδιες, ὅπως π.χ. οὐρανός, ἥλιος, οἱ ὁποῖες δὲν ἄλλαξαν καθόλου ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια κι ἄλλες τὶς λὲς κρυμμένες μέσα στὶς σύγχρονες λέξεις. Π.χ. Δὲν θὰ πεῖς: «Θέλω νὰ πιῶ ὕδωρ», ἀλλὰ θὰ παίξεις τὸν ὑδραυλικό. Δὲν θὰ πεῖς: «Πάω στὸν οἶκο μου», ἀλλὰ ἀγαπᾶς τὴν οἰκογένειά σου (δηλαδὴ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν σὲ ἕναν οἶκο). Δὲν λές: «Ἡ ναῦς ταξιδεύει στὴν Κρήτη», ἀλλὰ γνωρίζεις τοὺς ναῦτες. Πῶς μπορεῖς νὰ καταλάβεις τί εἶναι ὁ πυρῆνας, ἄν δὲν γνωρίζεις ὅτι πῦρ εἶναι ἡ φωτιά; Οἱ ἀρχαῖες λεξοῦλες δὲν χάθηκαν δὲν πέθαναν! Ἔγιναν μαμάδες, γέννησαν τὶς σύγχρονες λεξοῦλες καὶ ζοῦν ἀκόμη κρυμμένες μέσα τους. Δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις τὶς σύγχρονες λέξεις, ἐὰν δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς μέσα τους τὶς ἀρχαῖες κρυμμένες μαμάδες τους.
Καταλαβαίνοντας καὶ χρησιμοποιῶντας σωστὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (ἀρχαία καὶ νέα) εἶσαι σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖς κείμενα καὶ βιβλία ποὺ ἔγραψαν πολλοὶ σημαντικοὶ Ἕλληνες συγγραφεῖς. Δὲν θὰ χρειάζεσαι μετάφραση γιὰ νὰ καταλάβεις τὰ ὄμορφα διηγήματα τοῦ Αλ. Παπαδιαμάντη ἤ τὰ συγκινητικὰ ποιήματα τοῦ Ανδ. Κάλβου καὶ τὰ διδακτικὰ ποιήματα τοῦ Κων/νου Καβάφη. Μὰ ἀκόμη καλλίτερα δὲν θὰ χρειαστεῖς μετάφραση γιὰ νὰ διαβάζεις τὰ κείμενα τοῦ παπποῦ Ὁμήρου, τοῦ παπποῦ Πλάτωνα, τοῦ παπποῦ Ἀριστοτέλη, τοῦ παπποῦ Πυθαγόρα καὶ τὸσων ἄλλων σοφῶν παππούδων σου.Καὶ ὑποθέτω, ὅτι τῶρα θὰ μὲ ῥωτήσεις, ὅπως μὲ ῥωτοῦν συνήθως; «Γιατὶ νὰ διαβάσω αὐτὰ τὰ ἀρχαῖα βιβλία;» Ἐπειδή, καρδοῦλα μου, κρύβουν μέσα τους τόση πολλὴ σοφία καὶ τόσες πολλὲς συμβουλές, ποὺ ἡ ζωή σου θὰ γίνει πολὺ πιὸ εὔκολη καὶ πολὺ πιὸ χαρούμενη. Μὲ αὐτὰ τὰ βιβλία θὰ γίνεις ἕνας ἰσορροπημένος κι ἔξυπνος ἄνθρωπος ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ ὀμορφύνει καὶ νὰ φροντίσει τὸν κόσμο μας. Γιὰ παράδειγμα, ὁ παπποὺς Πλάτων θὰ σοῦ μάθει τί εἶναι φιλία, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι ἔρωτας… Ὁ παπποὺς Ἀριστοτέλης θὰ σοῦ μάθει πῶς νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος, πῶς πρέπει νὰ κυβερνηθεῖ ἕνα κράτος… Ὁ παπποὺς Θουκυδίδης θὰ σοῦ δείξει τὰ παιχνίδια τῆς ἐξουσίας… Ἀκόμη κι ὁ παπποὺς Αἴσωπος θὰ σοῦ διδάξει μὲ τοὺς μύθους του τρόπους σκέψης καὶ συμπεριφορᾶς. Ὅλοι οἱ παπποῦδες μας ἔχουν κάτι νὰ σοῦ ποῦν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ζοῦν πιά, ὥστε νὰ σοῦ τὰ ποῦν οἱ ἴδιοι, ἔγραψαν τὰ λόγια τους σὲ βιβλία γιὰ νὰ μὴν χαθοῦν ποτέ. Δὲν εἶναι κρίμα νὰ μὴν μπορεῖς νὰ καταλάβεις τὰ λόγια τῶν παππούδων σου καὶ νὰ χρειάζεσαι μετάφραση, ἡ ὁποία πάντα χάνει στὸ νόημα καὶ τὴν ὁποία συνήθως τὴν ἔχουν γράψει Ἄγγλοι καὶ Γερμανοί; Δηλαδὴ ἔχεις ἀνάγκη τοὺς ξένους γιὰ νὰ σοῦ ποῦν τί ἔγραψαν οἱ δικοί σου παπποῦδες, ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις μόνος σου;!
Ἔχω καὶ κάτι ἄλλο πολὺ σημαντικὸ νὰ σοῦ πῶ! Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἔχουν τέτοιο πλοῦτο καὶ ἀκρίβεια λεξιλογίου καὶ τόσο τέλεια ἐπεξεργασμένες γραμματικὲς καὶ συντακτικὲς δομές, ὥστε μποροῦν νὰ κάνουν τὸ μυαλουδάκι σου πολύ-πολύ ἔξυπνο κι εὔστροφο. Ὑπάρχουν πολλὲς μελέτες κι ἔρευνες ξένων κι Ἑλλήνων ἐπιστημόνων ποὺ ἐξηγοῦν ἀναλυτικὰ αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω. Ἐγώ, ἐδῶ, θὰ σοῦ δώσω ἕνα – δυὸ σύντομα παραδείγματα γιὰ νὰ καταλάβεις ἁπλὰ πῶς αὐξάνονται οἱ ἐγκεφαλικές σου συνάψεις μαθαίνοντας ἀρχαῖα ἑλληνικά:
Σκέψου νὰ ἔχεις τὸ ῥῆμα πράττω καὶ νὰ μπορεῖς μὲ τὴν ταχύτητα ποὺ μιλᾶς ἤ ποὺ γράφεις νὰ τὸ μεταμορφώσεις καὶ νὰ σχηματίσεις τὸν τύπο: συνεπεπράγεμεν. Ἤ σκέψου νὰ συναντήσεις τὸ ῥῆμα διαπεφυλάχασιν καὶ νὰ μπορεῖς ἀμέσως νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ ῥῆμα φυλάττω. Πόσες σκέψεις κάνεις ταχύτατα;
Καὶ κάτι ἀκόμη! Ἑμεῖς σήμερα ἔχουμε τὴν ἀνάγκη νὰ τοποθετοῦμε τὶς λέξεις σὲ συγκεκριμένη σειρά (Ὑποκείμενο-Ῥῆμα-Ἀντικείμενο/Κατηγορούμενο), γιὰ νὰ καταλάβουμε τί λέμε. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔβαζαν τὶς λέξεις στὴν σειρὰ ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ εἶναι ὁ λόγος τους μελωδικὸς σὰν τραγούδι. Ἔτσι τὸ ῥῆμα μπορεῖ νὰ βρισκόταν πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ ὑποκείμενο καὶ τὸ ἀντικείμενό του, ἀλλὰ καταλάβαιναν πολὺ καλὰ τί ἔλεγαν, γιατὶ ὁ νοῦς τους ἦταν ἐξασκημένος.
Ἐλπίζω νὰ μὴν σὲ κούρασα καρδοῦλα μου. Μπορεῖς νὰ σκεφτεῖς μὲ τὴν ἡσυχία σου, ὅσα σοῦ εἴπα. Θὰ σοῦ πῶ, ἀκόμη, κάτι τελευταῖο, γιὰ νὰ προλάβω τὴν ἑπόμενη ἐρώτηση ποὺ θὰ μοῦ κάνεις! Σὰν νὰ σὲ ἀκούω: «Κυρία, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ δύσκολα τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά»;
Ὄχι, ματάκια μου, δὲν εἶναι δύσκολα! Δύσκολος εἶναι ὁ τρόπος ποὺ σοῦ τὰ διδάσκουν στὸ σχολεῖο! Σὲ παίρνουν στὰ δώδεκά σου χρόνια, χωρὶς νὰ σοῦ ἔχουν ξαναπεῖ τίποτα γιὰ τὴν γλῶσσα τῶν παππούδων σου, καὶ σοῦ μιλοῦν γιὰ ἐτεροπροσωπίες κι ἀναδιπλασιασμούς, λὲς καὶ θὰ δώσεις ἐξετάσεις γιὰ φιλόλογος. Ἄν ξεκινήσεις, ὄμως, νὰ παίζεις μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἀπὸ ὅταν εἶσαι μικρούλης ἤ μικροῦλα, θὰ δεῖς τί εὔκολα ποὺ εἶναι. Εἶσαι τόσο ἰκανὸς ἤ ἰκανή, ποὺ σε τρυφερὴ ἡλικία μαθαίνεις ξένες γλῶσσες. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ σὲ δυσκολέψει ἡ μητρική σου γλῶσσα;




